Θυμάμαι τις μέρες που περιμέναμε γράμμα του θείου.

Κατεβαίναμε με τη γιαγιά στο μεσοχώρι, στην πλατεία και περιμέναμε τον ταχυδρόμο.

Εκείνος έφτανε πάνω σε ένα μηχανάκι, φορώντας τη στολή που πρόσταζαν οι κανόνες της δεκαετίας του ’70, δηλαδή μακρύ παντελόνι, άσπρο πουκάμισο και οπωσδήποτε το χαρακτηριστικό καπέλο του. Τόσα χιλιόμετρα, τόσες στροφές σε χαλικόδρομο με μηχανάκι, με πλήρη αμφίεση και την τσάντα του γεμάτη γράμματα!

Τον κερνούσαν νερό δροσερό και γλυκό του κουταλιού. Του έδιναν και φιλέματα, λίγα αυγά, ντομάτες και φρέσκα κολοκυθάκια από τα Πηγάδια.

Όλοι περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους, συζητώντας για το ζεστό καλοκαίρι, για την τεμπελιά που έχουν οι κότες και δε λένε να γεννήσουν κανένα αυγό, για τους δεμένους καρπούς πάνω στις ελιές και στα αμπέλια…

Συζητούσαν, αλλά το βλέμμα τους ήταν καρφωμένο στα χέρια του ταχυδρόμου και η προσοχή τους στη φωνή του, μέχρι να ακούσουν το όνομα του παραλήπτη.

Έφτανε η στιγμή που ο ταχυδρόμος φώναζε το επώνυμο της οικογένειας και η γιαγιά με  μιας βρισκόταν όρθια, δίπλα του, με απλωμένο το χέρι της, έτοιμη να παραλάβει την πολύτιμη αλληλογραφία.

Επιστρέφαμε με κέφι στο σπίτι, άνοιγε το φάκελο προσεκτικά, έδινε σε μένα το γραμματόσημο με τη χρωματιστή βασίλισσα και φώναζε τη γειτόνισσα τη γραμματισμένη, ώστε να είναι σίγουρη ότι δεν θα της ξεφύγει τίποτα από τα γραφούμενα.

Εγώ τακτοποιούσα τη βασίλισσά μου μαζί με όλες τις άλλες. Όμορφα χρωματιστά γραμματόσημα, τα πρώτα που είδα στη ζωή μου και συγχρόνως άκουγα τα νέα του θείου δια στόματος των δύο γυναικών.

Διάβαζαν μαζί, πότε η μία και πότε η άλλη. Γελούσε η γιαγιά με τα καλά τα νέα. Χαιρόταν που σύντομα θα έρθουν μόνιμα στην Ελλάδα, μα στο τέλος πάντα έκλαιγε από χαρά που όλα είναι καλά αλλά και από στεναχώρια που “ετούτο το παιδί αγάπησε τα ξένα”.

“Άτιμη που είναι η ξενιτιά! Πού εβρέθηκε στην άκρη του κόσμου ευτό το Λοντίνο!” έλεγε στη γειτόνισσα. “Δεν πειράζει” την παρηγορούσε εκείνη “ας είναι καλά το παιδάκι σου κι ας είναι και μακρία”!

postage-stamp-rugs-5

Λονδίνο, λοιπόν σήμερα, γλυκιά μου Νένα!

Λονδίνο=απόσταση=μακριά, στην άκρη του κόσμου, κατά τη γιαγιά. Με φόβησε κι εμένα τότε, ότι γύρευε που βρισκόταν αυτή η Αγγλία. Μεγαλώνοντας, όμως, συνειδητοποίησα ότι ήταν η υπερβολική αγάπη της η αιτία που μεγάλωνε τόσο πολύ τις αποστάσεις. Γιατί και αργότερα, όταν ο θείος μετακόμισε πια στην Αθήνα, πάλι “μακρία” το έβρισκε η γλυκιά μου γιαγιούλα!

Εμείς, όμως, οι νεώτεροι σας φανταζόμαστε πολίτες του κόσμου και αυτή η πρώτη σου τόσο μεγάλη έξοδος χωρίς του γονείς σου θα είναι μια εμπειρία συναρπαστική που στόχο έχει να διευρύνει τους ορίζοντές σου και να σε οδηγήσει ομαλά στην ενηλικίωση.

Καλό ταξίδι

Φιλιά γλυκά

Advertisements