Τον είδα το πρωί, στο παζάρι, να βοηθάει στο στήσιμο των πάγκων. “Θα μας βρέξει” μου είπε “αλλά δεν πειράζει! Καλύτερα! Ο καιρός θα είναι Χριστουγεννιάτικος!”

Τα προηγούμενα χρόνια, στο ίδιο παζάρι συμμετείχε και η γυναίκα του. Φέτος, όμως, η ζωή αποφάσισε γι’αυτούς αποχή, απουσία, έξοδο. Η Barbara έχασε τη μάχη στις αρχές του Σεπτέμβρη, λίγο πριν τον αγιασμό στα σχολεία. Από τότε προσπαθώ να ντύσω τη θλίψη μου με λόγια, μα είναι δύσκολο. Όσο δύσκολο ήταν και τότε, που η Χριστίνα μας αποχαιρέτησε Μάιο μήνα. Ή σχεδόν ακατόρθωτο, όπως όταν, χρόνια πριν, χάναμε τη Δική μας, Σεπτέμβρης και τότε, αρχή εξεταστικής στο Πανεπιστήμιο.

“Τα παιδιά; Καλά;” τον ρωτάω για να ξεφύγω από τη δίνη των αναμνήσεων. “Καλά, εδώ … προσπαθούμε!” απαντάει και νιώθω ότι θέλει κι άλλα να μου πει, μα δε ρωτάω άλλα, γιατί φοβάμαι ότι θα γίνει αντιληπτό το ράγισμα της φωνής μου. Ευτυχώς, τα μαύρα μου γυαλιά καλύπτουν το θλιμμένο βλέμμα μου! Βιάζομαι να φύγω, να προσπεράσω την οδύνη της απωλειών, να μπω στο “τώρα” … Απομακρύνομαι τρέχοντας, σχεδόν λαχανιάζω και μόνο όταν φτάνω αρκετά μακριά πια, θυμάμαι ότι ούτε “χρόνια πολλά” για τη γιορτή του δεν του είπα!

Advertisements