Πλατσουρίζει στα ρηχά, μέσα στο μεγάλο κίτρινο σωσίβιο, πλάι στη γιαγιά της. Οργανώνει την αυριανή μέρα. “Αύριο γιαγιά, θα έρθω με βατραχοπέδιλα. Θα πηγαίνω πάνω – κάτω στη θάλασσα χωρίς αυτό το κουραστικό σωσίβιο. Και θα φτάσω μέχρι τα βαθιά, σαν το παππού, να δω χελώνες”. Η γιαγιά συμφωνεί σε όλα. Καμία απογοήτευση για τη μικρή Αντζελίνα!

Βγαίνει στην ακρογιαλιά, μαζεύει ολόγυρα κουβαδάκι και φτυαράκια και φωνάζει γεμάτη χαρά: “και τώρα ήρθε η ώρα για μαγείρεμα”. Όμως η ώρα είναι ακατάλληλη για οτιδήποτε κάτω από τον καυτό ήλιο. Σπεύδει η γιαγιά να το θυμίσει: “το μόνο που επιτρέπεται, Αντζελίνα μου, είναι η επιστροφή στο σπίτι”, της λέει. Μα στο μεγάλο της κουβά, η μικρή Αντζελίνα, έχει ετοιμάσει ζύμη για κεφτεδάκια και στο φούρνο ψήνεται ήδη το ψωμί. “Δεν μπορώ να φύγω. Θέλεις να μου καούν όλα αυτά, επειδή εσύ και ο παππούς βιάζεστε να γυρίσουμε σπίτι;”, παρατηρεί η γλυκιά μου. Όμως η γιαγιά είναι ανένδοτη. Ανένδοτος και ο παππούς …

“Καλά! μια στιγμή τότε! περιμένετε να ξεπλύνω όοοολα αυτά! Δε λέτε ότι πρέπει ο καθένας να κάνει από κάτι;” υποχωρεί τελικά η μικρή Αντζελίνα. Μαζεύει “όοοολα” τα -δύο, τρία- παιχνίδια της και ανακοινώνει γεμάτη χαρά: “τα μάζεψα! τα ξέπλυνα! να ξεπλύνω τώρα και τις σαγιονάρες μου!”. Τις ξεπλένει. Τις φοράει. Φορτώνεται τα παιχνίδια της – γιατί η γιαγιά λέει ότι ο καθένας πρέπει να κουβαλάει τα πράγματά του- και ξεκινάνε …

Μια στιγμή όμως! Κάτι θέλει η μικρή Αντζελίνα…

Τι θέλει, λοιπόν, η μικρή Αντζελίνα;

Ένα βιαστικό βήμα είναι η αιτία που λερώθηκαν οι σαγιονάρες της με ψιλή άμμο, λερώθηκαν και τα ποδαράκια της και θέλει να πάει να τα ξεπλύνει στη θάλασσα, να φορέσει τις σαγιονάρες της καθαρές στα καθαρά της ποδαράκια και να περπατήσει μετά μέχρι το αυτοκίνητο.

Γυρίζει πίσω, βουτάει ποδαράκια και σαγιονάρες στη θάλασσα, τα ξεπλένει, φοράει τις καθαρές σαγιονάρες στα καθαρά ποδαράκια και ξεκινάει να βρει τη γιαγιά. Όμως, εκεί που η άμμος γίνεται ψιλή, τα πόδια λερώνονται ξανά και …

τι θέλει η μικρή Αντζελίνα;

…. η μικρή Αντζελίνα θέλει να πάει ξανά μέχρι τη θάλασσα, να ξαναξεπλύνει τα πόδια της, να ξαναφορέσει τις καθαρές της σαγιονάρες και να περπατήσει μέχρι το αυτοκίνητο.

Η θάλασσα πιο ζεστή της φαίνεται τούτη τη φορά. Ξεπλένει αργά την ψιλή άμμο, τη βλέπει να φεύγει από τα πόδια της και να ακουμπάει κάτω, στο βυθό. Προχωρεί λίγο πιο βαθιά, γιατί βλέπει ότι και η γάμπα της είναι λίγο λερωμένη. Τα καταφέρνει τελικά και όλα αστράφτουν! Φοράει τις σαγιονάρες της και βγαίνει από το νερό. Προχωράει προς τη γιαγιά…

Μα, στην περιοχή της ψιλής άμμου τα ποδαράκια της γεμίζουν ξανά και τότε …

… η μικρή Αντζελίνα θέλει… να πάει ξανά μέχρι τη θάλασσα, να ξαναξεπλύνει τα πόδια της, να ξαναφορέσει τις καθαρές της σαγιονάρες και να περπατήσει μέχρι το αυτοκίνητο!

“Δεν θα σε περιμένω άλλο Αντζελίνα!” της φωνάζει η γιαγιά της.

“Πρέπει να είναι καθαρά τα πόδια μου, γιαγιά! Να μη λερώνω το αυτοκίνητο του παππού!”

“Ο παππούς έχει ένα μπουκάλι με νερό στο αυτοκίνητο και θα ξεπλύνεις εκεί τα ποδαράκια! Έλα! Αυτή είναι η χειρότερη ώρα του ήλιου!”.

ΤΕΛΟΣ! Δεν υπάρχει άλλη δικαιολογία. Η μικρή Αντζελίνα το παίρνει απόφαση. Το μπάνιο τελείωσε! Αύριο πάλι. Με τα βατραχοπέδιλα θα φτάσει στα βαθιά, θα δει χελώνες … μα θα ζητήσει από τον παππού και τη γιαγιά να έρθουν την καλή ώρα του ήλιου, για να μπορέσει να “μαγειρέψει” μετά στην άμμο με την ησυχία της.

Αφιερωμένο στα μικρά παιδιά με τα “μεγάλα” επιχειρήματα

Advertisements